Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Ενα ρομπότ ψάχνει για... εξωγήινους


Το αυτόματο τηλεσκόπιο του Ευρωπαϊκού Νότιου Αστεροσκοπείου τέθηκε πρόσφατα σε λειτουργία, με σκοπό να ανακαλύψει νέους εξωηλιακούς πλανήτες

Ενα ρομπότ τέθηκε πριν από μερικές ημέρες για πρώτη φορά σε λειτουργία με σκοπό να ανακαλύψει νέους εξωηλιακούς πλανήτες. Πρόκειται για το αυτόματο νέο τηλεσκόπιο του Ευρωπαϊκού Νότιου Αστεροσκοπείου (ESO) το οποίο βρίσκεται στην έρημο Ατακάμα της Χιλής αλλά η λειτουργία του ελέγχεται από το αστροφυσικό κέντρο της Λιέγης του Βελγίου σε απόσταση 12.000 χιλιομέτρων. 

Το νέο ρομποτικό τηλεσκόπιο στην έρημο Ατακάμα της Χιλής.
Το νέο ρομποτικό τηλεσκόπιο στην έρημο Ατακάμα της Χιλής.
Το μικρό σχετικά τηλεσκόπιο με κάτοπτρο 60 εκατοστών ονομάζεται TRAPPIST από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων που προσδιορίζουν το αντικείμενο των ερευνών του στην αστροβιολογία, μία σχετικά νέα επιστημονική προσπάθεια εντοπισμού ζωής στο Σύμπαν.
Εκτός τον γήινου μεγέθους εντοπισμό εξωηλιακών πλανητών το νέο τηλεσκόπιο θα μελετήσει επίσης και τη χημική σύσταση των κομητών του Ηλιακού μας Συστήματος και τον ρόλο που παίζουν στην εμφάνιση και γενικότερα στην εξελικτική πορεία της ζωής. Το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του νέου τηλεσκοπίου είναι ότι οι καθημερινές παρατηρήσεις που θα κάνει θα είναι βασισμένες σε ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω παρακολούθηση. Ο αυτοματισμός του είναι τέτοιος ώστε όταν τα μετεωρολογικά όργανα που διαθέτει προβλέπουν άσχημες καιρικές συνθήκες ο θόλος του να κλείνει αυτόματα.
Οι φωτογραφίεςΦυσικά οι πρώτες δοκιμαστικές του φωτογραφίες δεν εμφανίζουν κάποιους νέους πλανήτες αλλά είναι ενδεικτικές των ικανοτήτων του νέου τηλεσκοπίου. Στις φωτογραφίες αυτές περιλαμβάνονται ένα νεφέλωμα αερίων και σκόνης, ένα αστρικό σμήνος και ένας απόμακρος γαλαξίας.
Το νεφέλωμα αστρογένεσης με την ονομασία «Νεφέλωμα Ταραντούλα» (NGC 2070) έχει διάμετρο 1.000 ετών φωτός και βρίσκεται στον γειτονικό μας γαλαξία Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου σε απόσταση 170.000 ετών φωτός από τη Γη. Το δεύτερο αντικείμενο είναι το σφαιρωτό αστρικό σμήνος «Ωμέγα Κενταύρου» το οποίο περιλαμβάνει δέκα εκατομμύρια άστρα, ενώ ο γαλαξίας είναι ο Μ-83 με διάμετρο 40.000 ετών φωτός σε απόσταση 15 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη προς την κατεύθυνση του αστερισμού της Υδρας. Για τον εντοπισμό όμως νέων εξωηλιακών πλανητών θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα.
Την πρώτη απόδειξη για την ύπαρξη εξωηλιακών πλανητών την πήραμε στις 5 Οκτωβρίου 1995 όταν ανακοινώθηκε η ύπαρξη ενός πλανήτη με μάζα το ήμισυ της μάζας του Δία γύρω από το άστρο 51 στον αστερισμό του Πηγάσου.
Σήμερα 60 περίπου αστεροσκοπεία και αστροφυσικά κέντρα σε ολόκληρο τον κόσμο ασχολούνται, μεταξύ των άλλων, και με έρευνες για την ανακάλυψη εξωηλιακών πλανητών με τη βοήθεια οργάνων στην επιφάνεια της Γης. Θα ήταν ουτοπικό φυσικά να υποθέσουμε ότι θα μπορούσαμε προς το παρόν να πάρουμε θεαματικές φωτογραφίες τέτοιων πλανητών από τόσο μακριά. Εντούτοις μπορούμε να ανακαλύψουμε εξωηλιακούς πλανήτες με τη βοήθεια έμμεσων μεθόδων και οι οποίες βασίζονται στον εντοπισμό της επίδρασης που έχουν ο ή οι πλανήτες αυτοί πάνω στο μητρικό τους άστρο.
Τέτοιου είδους εντοπισμός όμως είναι ιδιαίτερα δύσκολος γιατί απλούστατα απαιτείται τρομερή ακρίβεια στις μετρήσεις αυτές.
Μέθοδοι εντοπισμού «αόρατων» πλανητών Στην πρώτη μέθοδο μετράμε τον τρόπο με τον οποίο διαταράσσεται η κίνηση ενός άστρου, αφού οσοδήποτε μικρός κι αν είναι ένας πλανήτης η βαρυτική δύναμη που εξασκεί στο μητρικό του άστρο προκαλεί μια ανεπαίσθητη σχεδόν διαταραχή στην κίνησή του. Η μέθοδος όμως αυτή έχει περιορισμένες δυνατότητες, αφού οι καλύτεροι φασματογράφοι στη Γη μπορούν να εντοπίσουν διαφορές στην κίνηση που φτάνουν το πολύ τα 15 μέτρα το δευτερόλεπτο, ενώ η επίδραση που έχει η Γη για παράδειγμα στην κίνηση του Ηλιου περιορίζεται στα δέκα μόλις εκατοστά του μέτρου ανά δευτερόλεπτο.
Μια άλλη τεχνική που χρησιμοποιούν οι ερευνητές βασίζεται στις ιδέες του Αλμπερτ Αϊνστάιν σχετικά με τη συμπεριφορά μιας ακτίνας φωτός από ένα απόμακρο αντικείμενο όταν περνάει κοντά από ένα άστρο που βρίσκεται πλησιέστερα στον παρατηρητή. Στην περίπτωση αυτή η βαρυτική δύναμη του κοντινού άστρου συμπεριφέρεται σαν ένα είδος φακού μεγεθύνοντας το φως που έρχεται από το απόμακρο αντικείμενο. Αν και δεν είναι εύκολο να εστιάσουμε τις λεπτομέρειες της μεγεθυμένης εικόνας, εντούτοις λόγω του φυσικού αυτού φακού παρατηρείται μια έπαρση της φωτεινότητάς του απόμακρου άστρου.
Διονύσης Π. Σιμόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...